Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Εδώ και μήνες η Ελλάδα είναι στο πραιτώριο.

Χλευάζεται και κατασυκοφαντείται. Αναίσχυντοι αργυραμοιβοί την παίζουν στα ζάρια. Προσβάλλουν τους ανθρώπους της, αμφισβητούν την ιστορία της και τον πολιτισμό της. Όποια εφημερίδα και να ανοίξεις, μας έχουν κατατάξει στα «σκουπίδια». Μας θεωρούν ένα περιττό βάρος, από το οποίο όλοι θέλουν να απαλλαγούν, αλλά δεν ξέρουν ακόμα πώς.
Ε, λοιπόν, η Ελλάδα δεν είναι για τα σκουπίδια!
Δεν είμαστε οι Έλληνες διεφθαρμένοι και τεμπέληδες. Χαβαλέδες ήμασταν για πολύ καιρό. Βάλαμε τον αυτόματο πιλότο. Ένας φτωχός λαός, που γνώρισε την αφθονία και παρασύρθηκε γιατί νόμισε πως θα κρατήσει για πάντα. Πίστεψε και στα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» κάποιων αδίστακτων πολιτικάντηδων. Για την ακρίβεια ίσως στην Ελλάδα υπάρχουν λιγότεροι διεφθαρμένοι και τεμπέληδες απ’ ότι σε πολλές άλλες χώρες.
Και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Είναι μια δύσκολη ώρα, αλλά δεν ήρθε το τέλος.
Όμως, ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα το 15% του πληθυσμού της δεν ζει με κουπόνια. Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα, κάθε ελληνόπουλο έχει δωρεάν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα, έστω ημιτελές, αλλά έχουμε σύστημα υγείας.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα κράτος που έχει μια μεγάλη περιουσία. Άλλα κράτη δεν έχουν τίποτα. Αυτήν βλέπουν και ξερογλύφονται.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα οι γονείς βοηθάνε τα παιδιά τους και εκείνα τους γονείς τους.
Ευτυχώς, η μικρή και φτωχή Ελλάδα δεν ήταν απούσα από καμιά μεγάλη μάχη για την ελευθερία. Και έδινε το είναι της, όταν οι άλλοι είχαν ήδη παραδώσει και την ψυχή και το πνεύμα.
Ευτυχώς ακόμα, η Ελλάδα έχει μέλλον.
Έβλεπα εκείνα τα κορίτσια της Εθνικής Ομάδος Πόλο, να ανεβαίνουν στον Όλυμπο, μες τη «φωλιά του Δράκου», και είπα , πως δεν χάθηκε η ελπίδα. Υπάρχει ακόμα το μέταλλο του νικητή.
Η Ελλάδα έχει μέλλον, γιατί στη μακραίωνα ιστορία της κάθε μεγάλη ήττα και καταστροφή, αντί να την αφανίσει, την ανάσταινε!
Γιατί τα γράφω αυτά; Σήμερα το πρωί σε μία τηλεφωνική μου επικοινωνία με κάποιους «συνεργάτες - φίλους» απ’ το εξωτερικό άκουσα μία απίστευτη νεκρολογία για την Ελλάδα. Βλέπετε είναι απ’ τα κοράκια που έχουν στοιχηματίσει στην πτώχευσή μας και ανησυχούν μήπως και χάσουν τα λεφτά τους! Και βιάζονται!
Τόσο πολύ θύμωσα που έκλεισα το τηλέφωνο. Ύστερα τους έστειλα το κείμενο που ακολουθεί….


“Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή.
Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν
ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.
Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ
πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή.
Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς
ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα
χάσµα.
Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν
ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.
Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ
ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης
εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ
φυσικοῦ κόσµου.
Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα,
γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα
πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ
προφορικὴ παράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.
Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει
καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν
ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ἕνα λαὸ περιορισµένο.
Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ
τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση.
Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ
γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;
Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας
δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ
µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ
στὴ λογοτεχνία. παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα
καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺκινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη
τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς
γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία.
Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης
χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς
ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ
ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ,
τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴνἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους
τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ
ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ
λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε.
Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.»


Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου
Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963


*το κείμενο μου το έστειλε ένας παντοτινός φίλος τoυ The Art of Living και δικός μου, ο Γ.Σ. κι εγώ απλώς το ανέβασα.
φρ,

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Ας θυμηθούμε

Αλήθεια είναι, η εμπειρία δεν μεταδίδεται, δεν μεταφέρεται, δεν μεταγγίζεται, παρα αποκτιέται και τότε μόνο μετρά γιατί παράγει δράση και συναίσθημα και μετακίνηση. Γιατί εμπειρία είναι αυτό που ζεις.
Και τώρα ο καθένας απο μας ζει τη δική του ατομική εμπειρία κάτω απο έναν καλά μεθοδευμένο, κι επιστημονικά “φορεμένο” φόβο, ζει ένα βάρος ασήκωτο και άγνωστο για το οποίο δεν είχε προηγούμενη εμπειρία, ζει την προσωπική του παραλυσία, γιατί ο καθένας κάνει αναφορά στα χαρακτηριστικά της δικής του ζωής. Η βασική σύγκριση δηλαδή γίνεται αυτοματοποιημένα και πάντα στις ατομικές και οικογενειακές σταθερές, μέσα στο πρωτογενές σύστημα.
Όμως επειδή ακριβώς πρόκειται για τον τρόμο μπροστά στο ίδιο αδιέξοδο κι επειδή άλλωστε η επιστημονικότητα με τη βοήθεια της οποίας αυτός προκλήθηκε, κατάφερε πολύ νωρίς να παρασύρει έναν “κρίσιμο αριθμό”, εύλογα και εύκολα,το αποτέλεσμα ήταν μια γενικευμένη παραλυσία.
Σαν μέσα σε ένα κλειστό κέλυφος ο τόπος μου, 2 χρόνια τώρα, σχεδόν λεπρός για τα υπόλοιπα μέρη του συστήματός του (;) -την άλλη Ευρώπη, ζει τη δική του Σπιναλόγκα, βυθιζόμενος ολοένα και πιο πολύ, αφού πρώτα, αυτοί που ανέλαβαν να παίρνουν αποφάσεις, μετέτρεψαν εύκολα την ενέργειά του απο κινητική σε δυναμική και πάλι κινητική, με φορά προς τα κάτω.
Έτσι, το κέλυφος ζει τα αποτελέσματα της δικής του διάδρασης, αναπαράγοντας νέο τρόμο, νέα παραλυσία, νέα απογοήτευση, νέο αδιέξοδο -και καθώς άλλωστε οι απο πάνω μεθοδικά συνεχίζουν να ρίχνουν απο μια τρύπα, νέες απειλές, νέους φόβους, νέες φθορές.
Και τώρα;
Ας θυμηθούμε.
Ο καθένας τις δικές του εμπειρίες, τα προσωπικά του επιτεύγματα.
Μας φαίνονται μικρά, υποτυπώδη, ασήμαντα;
Ας θυμηθούμε.
Πρώτα πρώτα το βασικό μας κατόρθωμα: Να βγούμε υγιείς απ την κοιλιά της μάνας μας!
Ούτε που μπορούμε να συλλάβουμε τι κόπος και τι πόνος χρειάστηκε γι αυτό -όλες οι μανούλες βέβαια, συζητάνε το δικό τους μαρτύριο για τη γέννα μας, όμως υπάρχουν ακριβείς επιστημονικές μελέτες που διηγούνται το αντίθετο (μεταξύ μας, ο δικός μας ήταν μεγαλύτερος).
Και μετά, πόσες και ποσες φορές απο τότε που γεννηθήκαμε δεν χρειάστηκε να τα βάλουμε με θεούς και δαίμονες για να καταφέρουμε να ζήσουμε;
Πόσες πληγές κι απειλητικά για τη ζωή μας γεγονότα -οχι όπως το γυμνό μάτι των άλλων εκτίμησε, αλλά όπως η δική μας ψυχούλα έζησε, δεν χρειάστηκε ν' αντιπαρέλθουμε, αναπτύσσοντας έναν θαυμαστό μηχανισμό επιωβίωσης;
Ας θυμηθούμε.
Όταν ο γείτονας έβαζε φόλα στο σκυλάκι μας, όταν ο μπαμπάς κουρασμένος μας τρόμαζε, η μαμά για το καλό μας μας απειλούσε, ο δάσκαλος μας πρόσβαλλε, ο φίλος μας πρόδινε, ο συμμαθητής μας ζούσε με μιαν αδιάφορη θεία γιατί οι γονείς του ήταν μετανάστες στη Γερμανία, το σκοτάδι μας τρόμαζε..
Και μετά και μετά και μετά μεγαλώσαμε..
Και μετά, μέσα σ' ένα κράτος, λίγο πολύ, πάντα εχθρικό στον πολίτη του, πόσες και πόσες φορές δεν χρειάστηκε να πέσουμε και να σηκωθούμε απ την αρχή, να “το πάρουμε” αλλιώς, να βρούμε λύσεις, να κατασκευάσουμε νέες άγκυρες, να συνεχίσουμε.
Ας θυμηθούμε τους έρωτες, τις μεγάλες μας αγάπες, τα όνειρα που αφήσαμε μισά και τ' αλλα που πραγματοποιήσαμε, ας θυμηθούμε πόσες φορές περάσαμε δια μέσου των πόνων μας, ας θυμηθούμε και τις μικρές και τις μεγάλες μας χαρές, τους μικρούς και τους μεγάλους θριάμβους μας, ας τους επανεκτιμήσουμε.
Κοντολογίς, ας θυμηθούμε ποιοί είμαστε και πως πάντα τα καταφέραμε!
Μπορεί να έχει μια σημασία τώρα αυτό;
Μα απο τι πρωτίστως εξαρτάται η βιωσιμότητα ενός συνόλου, αν οχι απο την βιωσιμότητα των μεμονωμένων μελών του;
Και πώς μπορεί ν' αλλάξει η φορά της κίνησης και το είδος της ενέργειάς του, αν τα ίδια τα μέλη δεν παράγουν ενέργεια;
Βεβαίως, το περιβάλλον -ο,τι βρίσκεται έξω απ τον ατομικό μας ορίζοντα, μας επηρεάζει.
Είναι άλλο όμως το να επηρεαζόμαστε και να ανταλλασσόμαστε κι άλλο να ταυτιζόμαστε.
Και για να μην ταυτιστούμε με το πρόβλημα και με μιαν α-σθενική νοοτροπία ελέγχου και πτώσης θα πρέπει πρώτα να ανακτήσουμε και να ενισχύσουμε το δικό μας σθένος.
Έτσι ίσως μπορέσουμε και να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας τις δικές μας απ τις δικές τους ευθύνες και πως αν μας αφορά μια κρίση, αν δηλαδή μια κρίση είναι δική μας, αυτή είναι μια κρίση ήθους, ευγένειας, κατανόησης, αρχών και ελλείματος επαγρύπνισης. Τα υπόλοιπα είναι δικά τους.
Δεν γίνεται να μας οδηγούν, μέσα απο μια ψυχολογική (και οχι μόνο) καταστολή σε μια ταύτιση με το δικό τους πρόβλημα (απο το οποίο πρώτοι θα βγουν μόλις φανεί η πρώτη χαραμάδα με φως, γιατί πρώτοι αυτοί θα την εκμεταλευτούν- αν δεν εκμεταλεύονται ήδη το ίδιο το πρόβλημα) και ταυτόχρονα σε μια βαθιά ενοχή και συνενοχή.
Είναι ανάγκη να θυμηθούμε την προσωπική αλλά και τη συλλογική μας ιστορία -αυτή με την οποία έχουμε δική μας εμπειρία και είναι ανάγκη να το κάνουμε μόνοι, γιατί είμαστε μόνοι -και μάλιστα απο την πρώτη ώρα της υποτιθέμενης κρίσης.
Μπροστά στην πιο ύπουλη βία, χρειαζόμαστε την πιο ακλόνητη στήριξη, μια πάκτωση, κι αυτή βρίσκεται μέσα μας κι ανάμεσά μας.
Το λέει η μηχανική, το λέει η φυσική, το λέει η ψυχή μας, το λέει και το σύνταγμά μας στο ακροτελεύτιο άρθρο του.
Ακόμα κι αν δεν το θυμάται πια κανείς -αυτό, αλλά και τα υπόλοιπα...

Φρόσω Παπαδοπούλου

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Κόκκινες παπαρούνες

Αγαπημένα μου εγγόνια,

αποφάσισα να σας γράψω πρωθύστερα, γιατί αυτή την εποχή συμβαίνει ό,τι πιο ανεξήγητο έχω ζήσει. Η ζωή βέβαια, είναι γεμάτη απο εκπλήξεις και αντιφάσεις, όμως πάντα έλεγα, πως δεν υπάρχει “εξίσωση που να μη βγαίνει”. (Αυτό είναι μια τόσο συνηθισμένη μου έκφραση, που πιθανώς ήδη να την έχετε ακούσει απ τους γονείς σας, τα παιδιά μου δηλαδή, που τώρα που σας γράφω, είναι μικρά, στην ηλικία σας υποθέτω). Μπορεί δηλαδή να μην είναι πάντα άμεσα και κατανοητά τα πράγματα μ' έναν τρόπο καθαρό και γραμμικό, όμως αποκλείεται να μην εξηγούνται. Κι ακόμα πάντα ισχυριζόμουν, πως όπου υπάρχουν ανθρώπινα προβλήματα, υπάρχουν και ανθρώπινες λύσεις και πως το ίδιο το πρόβλημα εμπεριέχει τη λύση του (υποθέτω πως μ' αυτό το τελευταίο θα σας ζαλίζουν οι γονείς σας, ιδιαίτερα όταν διαβάζετε τα μαθηματικά σας -αν κάνετε ακόμα μαθηματικά, γιατί τους το λέω συνέχεια).
Λοιπόν, αυτή την περίοδο, στη χώρα μας, συμβαίνουν περίεργα πράγματα που θέλουν να καταρρίψουν και τις δυο αυτές πεποιθήσεις μου (ομολογώ, απο τις πιο ισχυρές μου).
Ξέρω πως ίσως όταν θα είστε ενήλικες, μπορεί και να είναι στη διάθεσή σας η ιστορία και αυτών των χρόνων, ως ιστορία της πρόσφατης Ελλάδας. Δεν είναι πως αμφισβητώ τους ιστορικούς του μέλλοντος, όμως σ' αυτή τη χώρα, οι εξακριβώσεις συνήθως αργούν πολύ κι οι διαφάνειες μπάζουν. Άλλωστε, θέλω να σας αφήσω μια μαρτυρία ζωντανή, τη στιγμή που συμβαίνει -και μάλιστα απ' την γιαγια (!) που, πιθανώς τότε, αν ζει, να τα 'χει κάπως χαμένα και να μην μπορεί να υπερασπίσει τη δική της αλήθεια.

Είναι απίστευτο το τι συμβαίνει στο 2011!
Συζητήσεις, αναλύσεις, αγωνίες, απόψεις, διαφωνίες, συμφωνίες, εξηγήσεις, λόγια λόγια λόγια και να μην οδηγούν πουθενά. Τίποτα.
Το μόνο που αληθινά συμβαίνει είναι στην κάθε καινούργια μέρα που ξημερώνει, να μειώνονται τα έσοδα, να αυξάνονται οι φόροι και να παραλύουν κι άλλο οι άνθρωποι. Μα κάθε μέρα; Ναι, κάθε μέρα!
Διάβασα κάποτε τόσα πολλά παραμύθια στους γονείς σας, ξέρετε, συνηθισμένα παραμύθια με κακούς και καλούς πρίγκηπες και βασιλιάδες, και η διάκριση απο το πιο βαθυστόχαστο εως το πιο απλοΐκό, ήταν πάντα, στο αν έβαζαν ή οχι πολλούς φόρους και πόσο δίκαιοι ήταν με το λαό τους. Ούτε ένα παραμυθάκι, πιστέψτε με, δεν ανέφερε κάπου, οτι ο βασιλιάς κάθε μέρα που ξυπνούσε, μείωνε κι άλλο τα έσοδα των ανθρώπων απ τις δουλειές τους και έβαζε νέους φόρους. Στα παραμύθια εκείνα βέβαια, όλοι οι άνθρωποι είχαν μια δουλειά. Κι ακόμα, στα παραμύθια εκείνα, οι “βασιλιάδες”, όταν η χώρα τους αντιμετώπιζε κάποιο πολύ σοβαρό πρόβλημα, προσπαθούσαν να το λύσουν μόνοι τους και δεν φώναζαν άλλους “βασιλιάδες” να τους διαφεντεύουν, ούτε χάριζαν τη χώρα τους σε ξένους, παρα την υπεράσπιζαν, καμιά φορά μάλιστα με τη ζωή τους. Έτσι ξεχώριζαν οι κακοί απ τους καλούς, οι ανεύθυνοι απ τους υπεύθυνους, οι άτιμοι απ τους έντιμους, οι δειλοί απ τους γενναίους, οι ηλίθιοι απ τους γνωστικούς, οι προδότες απ τους πιστούς, οι φανφαρόνοι απ τους σεμνούς και μόνον έτσι. Στα παραμύθια εκείνα επίσης, όταν καμιά φορά, οι άνθρωποι που υπέφεραν απ τους κακούς, άλλο δεν άντεχαν και ξεσηκώνονταν για να τους διώξουν, το έκαναν αποφασισμένα και ενωμένα, γιατί κατάφερναν να συμφωνήσουν στο ελάχιστο και στο αυτονόητο. Κι αυτό συνέβαινε, γιατί ακόμα μπορούσαν να αναγνωρίσουν το σημαντικό, να αξιολογήσουν τις ανάγκες τους, να σεβαστούν ο ένας τον άλλο, να χαρούν στην χαρά του, να πονέσουν στον πόνο του, να τον βοηθήσουν όταν είχε ανάγκη, μπορούσαν δηλαδή να επικοινωνούν και να συνδέονται μεταξύ τους.
Τώρα παιδιά μου, δεν γίνεται αυτό.
Για να καταλάβετε, τώρα οι άνθρωποι είναι πολύ πολύ μόνοι, κοιτάζουν καχύποπτα ακόμα και τη σκιά τους, δεν χαίρονται να πιουν ένα κρασί με τους φίλους τους -ίσως και να μην έχουν φίλους, ούτε ευχαριστιούνται τον καφέ τους, βαριούνται να ερωτευτούν -καλά καλά δεν φλερτάρουν πια και δεν έχουν καν διάθεση να συνουσιαστούν (!), δεν κοιμούνται ήσυχα, δεν χαίρονται που υπάρχουν, δεν τραγουδούν, δεν ονειρεύονται, δεν ελπίζουν.
Μόνο φοβούνται και σιωπούν -καμιά φορά γκρινιάζουν κι όλας.
Αλλά λόγος καθαρός και συγκροτημένος δεν ακούγεται, μόνο ένας συγκεχυμένος βόμβος.
Ίσως πάλι και να βλέπουν πως κάθε τους φροντίδα και επένδυση για να διασφαλίσουν τα μελλούμενα καταρρίπτεται κι αυτό είναι μεγάλο σοκ. Να διαπιστώνει κανείς πως ουσιαστικά δεν μπορεί να προλάβει το μέλλον του και πως οι δρόμοι που διάλεξε να ξοδέψει την ζωντανή ουσία του, ήταν οφθαλμαπάτη, όπως και να το κάνουμε, είναι δύσκολο. Χρειάζεται επαναπροσδιορισμό στη βάση του. Πράγμα που προυποθέτει να ξαναβρεθεί η βάση.
Μπορείτε να φανταστείτε τη ζωή να πλέει μες το φόβο κι η κάθε μέρα να διαφέρει απο την προηγούμενη ως προς το χειρότερο;
Ε αυτό ζούμε τώρα.
Ξαφνικά όλα έγιναν δεύτερα και κανείς δεν θυμάται τα πρώτα.

Οφείλω φυσικά να σας πω, πως κι εγώ με τη σειρά μου, όταν ήμουν στην ηλικία σας, άκουσα πολλές ιστορίες φτώχιας, πολέμων και δυστυχίας απ τις δικές μου γιαγιάδες (είχα δυο υπέροχες γιαγιάδες, να το ξέρετε). Όμως τα χρόνια πέρασαν κι αυτές μπόρεσαν να επιβιώσουν μέσα στις δυσκολίες τους και τους ξεριζωμούς τους, να μεγαλώσουν τα δικά τους παιδιά με αξιοπρέπεια και με μιαν αγωνία πάντα, αυτά να ζήσουν καλύτερα απ τις ίδιες. Και τα κατάφεραν.
Γιατί αυτό είναι το σωστό. Τα πράγματα να καλυτερεύουν, όχι να χειροτερεύουν.
Η ζωή, να μη στρέφεται ποτέ εναντίον της ζωής.
Αλλιώς, γίνεται βαθύ σκοτάδι. Και στα βαθιά σκοτάδια επιβιώνουν μόνον οι κατσαρίδες, οι αρουραίοι κι οι λίγοι, ανελέητοι έμποροι.
Κι αυτό θέλουν να γίνει τώρα: να επιβιώσουν αυτοί κι όλοι οι άλλοι, οι πολλοί, να σιγοπεθάνουμε μέσα σε μια αργή, σταθερή και σταδικακά αυξανόμενη φρίκη.
Βεβαίως η ζωή θα συνεχίσει και χωρίς τη δική μας μελαγχολία.
Όμως εγώ θέλω να υπάρξετε κι εσείς, τα δικά μου εγγόνια.
Και μάλιστα θέλω, οι γονείς σας να σας μεγαλώνουν έτσι που να έχετε υγεία, ομορφιά, ήθος, παιδεία, χαρά και μια σπουδαία Σκέψη, ικανή να αναλύει, να διεισδύει και να συνδέει τα πράγματα στο βυθό τους.
Για να γίνει αυτό, πρέπει εγώ με κάθε τρόπο, να συνεχίσω να μεγαλώνω περίπου έτσι τους γονείς σας, διατηρώντας ανοιχτό το δικαίωμα στην ευτυχία τους.
Λοιπόν γι αυτό και μόνον γι αυτό, αποφάσισα να μη με παρασύρει το μελετημένο τους σχέδιο.
Λίγα είναι που μπορώ να κάνω σ' αυτή την προοπτική:
Να συνεχίσω να χαίρομαι το δώρο της ζωής αξιοποιώντας το σε κάθε ταιριαστή μου κατεύθυνση και να φροντίζω συνεχώς για το Μεταξύ, το Με και το Μαζί.
Μάλλον τίποτ' άλλο.
Όμως αυτά τα λίγα, θα τα κάνω καλά: με αγάπη κι εμπιστοσύνη -στον εαυτό μου, στους συνανθρώπους μου και στην ίδια τη ζωή.
Κι ακόμα κι αν με νικήσουν, τη στιγμή που το σκοτάδι τους θα με καταπίνει για πάντα, εγώ θα συνεχίσω να σας κοιτώ όπως σας ονειρεύτηκα, λαμπερούς και ελεύθερους ανθρώπους, να, αυτές οι κόκκινες παπαρούνες, τα δικά μου εγγόνια..!

σας γλυκοφιλώ, η γιαγιά Φρόσω



ΥΓ.
Εύχομαι το γράμμα μου να σας βρει στην Ελλάδα





(Φρ. Παπαδοπούλου)

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Γαμώτο

Χτες το πρωί η μικρότερη κόρη μου, που τελειώνει την β γυμνασίου, έγραφε “Ιλιάδα” και γύρισε πολύ στεναχωρεμένη απ τις εξετάσεις. Έγραψε μάλλον καλά κι εν πάση περιπτώσει, απέδωσε έτσι που στην ίδια δεν ήταν εξηγήσιμη η τόση απογοήτευση, μιας κι είχε ασχοληθεί ικανοποιητικά με όλα τα ζητούμενα, εκτός απο ένα: να διακρίνει τις ενότητες σε ένα κείμενο, αρκετά πονηρά δοσμένο όπως μου είπε. “Νοιώθω σαν άδεια” έλεγε.. Ξέροντας περίπου τη σκέψη της και την αγάπη της στο Λόγο, απόρησα γιατί μπορεί να άφησε το θέμα αναπάντητο, αφού άλλωστε παιδεύτηκε αρκετά μ' αυτό. “Μα δυσκολεύτηκα πολύ” μου είπε, “για παράδειγμα, διέκρινα σαν ενότητα, να είναι μόνο μία φράση! Πώς να πιστέψω πως αυτό μπορεί να είναι σωστό; Μπορεί να είναι ολόκληρη ενότητα μια μόνο φράση;” Γιατί οχι; της απάντησα. Ακόμα ίσως και μια μόνο λέξη. Βέβαια, κατάλαβα πως στην εικόνα της, όπως την διδάχτηκε και όπως εντυπώθηκε στο μυαλό της, για να αποτελεί κάτι “νοηματική ενότητα” θα πρέπει να έχει μια αξιοσέβαστη έκταση, όσο τουλάχιστον μια παχιά παράγραφος. Με κοιτούσε απορημένη και λυπημένη.
Το ερώτημα που φαινόταν να έχει νόημα πια, ήταν: τι στ' αλήθεια μπορεί να την έκανε να αισθάνεται τόσο απογοητευμένη;
Ύστερα απο λίγα λεπτά κουβέντας, κατέληξε σχεδόν μόνη της, πως η αιτία της μεγάλης της δυσφορίας, ήταν πως δεν τόλμησε να υπερασπίσει τη σκέψη της, ακόμα κι αν αυτή δεν αποδεικνυόταν σωστή και πρέπουσα, πως φοβήθηκε το λάθος, πως δεν υπεράσπισε τον εαυτό της.
Φυσικά συμφώνησα μαζί της και της θύμισα πως είναι βέβαια αρκετά σημαντικό να είναι επιμελής και να τα πάει καλά στο σχολείο της, αλλά σημαντικότερο όλων είναι να δοκιμάζει τη σκέψη της συνδιαστικά και με θάρρος, να πατάει στις γνώσεις για να πάει τον εαυτό της παραπέρα, να έχει ιδέες, να τολμά, να αντιστέκεται, να αναπτύσσεται, να κάνει λάθη, κοντολογίς να είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος.
“Να αντιστέκομαι σε όλα μαμά; Ακόμα και σ' αυτά που μου μαθαίνουν;”
Αν νοιώθεις να σε πνίγουν, ναι, οι κανόνες είναι ένας μπούσουλας, δεν είναι για να μας κοιμίζουν, ούτε να μας φυλακίζουν, της απάντησα και κρατήθηκα πολύ για να μην τελειώσω τη φράση μου μ' ένα φωναχτό γαμώτο.
Η ίδια έμεινε μάλλον με λίγη ακόμα δυσπιστία κι εγώ μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι και στην καρδιά.
Ίσως γι αυτό πήρα να γράφω νυχτιάτικα..

Τις τελευταίες μέρες κι εδώ στη Σαλονίκη, όπως και στην Αθήνα και σ' άλλες πόλεις, κι όπως βέβαια και στην Ισπανία ήδη, οι αγαναχτισμένοι άνθρωποι μαζεύονται στις πλατείες. Ένα χρόνο τώρα, αναρωτιόμουν μήπως έχουμε πάρει ομαδικά βάλιουμ- και δεν το ξέρουμε. Τελικά βγήκαμε απ τα σπίτια μας. Κι απ ό,τι προλαβαίνω να διαβάσω, άρχισε να γίνεται λόγος γι αυτό, είδα και μια ωραία σχετική εκπομπή του Τσίμα στην τηλεόραση, χτες αργά που γύρισα απ τη δουλειά. Ναι.. Χάλια τα πράγματα, χάλια.. κι οι πιο βαθυστόχασοι ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους που συναναστρέφομαι, καθώς ένας απλός άνθρωπος είμαι κι εγώ, λένε πως ακόμα δεν είδαμε τίποτα.. Ξέρετε, θα πούμε το ψωμί, ψωμάκι. Αχ μανούλα, λες και θέλουν να δικαιωθούν οι ιστορίες σου της Κατοχής..
Λοιπόν; Πώς έγινε και φτάσαμε ως εδώ;
Α, πάρα πολλοί λόγοι. Και τώρα είμαστε όλοι αγαναχτισμένοι, γιατί γελαστήκαμε και προδοθήκαμε απ αυτούς που εμπιστευτήκαμε να μας κυβερνούν. Βεβαίως είναι αλήθεια πως μας γέλασαν και μας πρόδωσαν και έχουν τεράστια ευθύνη και δυστυχώς παραμένουμε μ' ένα αίσθημα αδικαίωτου γιατί απλώς δεν πρόκειται να δικαιωθούμε, όμως ευθύνη έχουμε κι εμείς γιατί απλώς, όταν τους επιλέγαμε, και κάθε φορά που τους επιλέγαμε, δεν είμασταν ελεύθεροι άνθρωποι. Γιατί οι ελεύθεροι άνθρωποι, δεν μασάνε στις υποσχέσεις, δεν στρουθοκαμιλίζουν στο βόλεμά τους, δεν αποκοιμιούνται στην (ομολογουμένως υψηλότατη) τέχνη των δελτίων ειδήσεων, ελέγχουν πού και πού την πλεονεξία τους, αναρωτιούνται κι ανησυχούν, στεναχωριούνται ελεύθερα, χαίρονται ελεύθερα, σκέφτονται ελεύθερα (εδώ το ελεύθερα θα έπρεπε να είναι πλεονασμός), πέφτουν και ξανασηκώνονται, κερδίζουν ή χάνουν και παίρνουν τη ζωή τους απ την αρχή, άμα είναι να καταθλιφθούν το κάνουν κατα μόνας όχι ομαδικά και οπωσδήποτε δεν χαριεντίζονται με τους κλέφτες τους όταν αυτοί θρασύτατα ακόμα βγαίνουν στους δρόμους για χειραψίες, ούτε αποδέχονται τις ατέλειωτες τηλεβλακώδεις φλυαρίες μεταξύ αυτών και αυτών...
Με τούτα και με τ' άλλα, περάσανε τα χρόνια και σταδιακά (αλλά μάλλον με ακρίβεια μαθηματική κι αναμενόμενη) βουτηχτήκαμε σ' αυτό που τώρα επίσημα ονομάστηκε οικονομική κρίση, δηλαδή δύσκολο πρόβλημα.
Και απο την υπεύθυνη κι απο ελεύθερες εκλογές εκλεγμένη κυβένηση, δόθηκε η προοπτική μιας λύσης, που οχι μόνο δεν φαίνεται να μας περιλαμβάνει ως λύτρωση αλλά μοιάζει (αν δεν βγάζει κι όλας μάτι), πως είναι εχθρική σε όλους εμάς.
Μια λύση άτολμη αλλά ασφαλής; Αυτό δηλαδή που θα λέγονταν, σωστό;
Μπερδεύομαι.
Γιατί εγώ ξέρω πως δεν υπάρχει πρόβλημα που να μην περιέχει τη λύση του.
Ούτε πρόβλημα που να γεννήθηκε “μέσα” και να έχει ελπίδα για λύση απο “έξω”, υπάρχει.
Κι εδώ, γίνονται άλλα..
Βλέπω στο μεταξύ συνεχώς στις εφημερίδες άρθρα απο ξένους και έλληνες καθηγητές κι αναλυτές, που υποστηρίζουν πως η λύση που δόθηκε δεν λύνει τίποτα και πως υπήρχαν (ή μήπως υπάρχουν ακόμα;) δυνατότητες για άλλες πραγματικές λύσεις, που δεν περιλαμβάνουν εξαθλίωση, κατάθλιψη, μιζέρια, αρρώστια, στασιμότητα, θάνατο, υποθήκες και ξεπούλημα και μπερδεύομαι κι άλλο..
Τι στο καλό γίνεται; Γιατί κανείς δεν τους ακούει;
Ύστερα θυμάμαι κι εκείνο το ωραίο που είπε ο Αΐνστάιν, οτι κανένα πρόβλημα δεν λύνεται στο ίδιο επίπεδο σκέψης που δημιουργήθηκε, σωστό το βρίσκω, εμένα άλλωστε η ζωή μου το επιβεβαίωσε και μπερδεύομαι ακόμα πιο πολύ, πώς γίνεται και η υπεύθυνη κι ελεύθερα εκλεγμένη κυβέρνηση δεν παίρνει υπ όψη της κάτι τόσο απλό κι επιμένει σ' αυτή την βιολογική, πνευματική και ψυχική εξόντωση των χαμηλά συνταξιούχων υπερήλικων γονιών μου, τη δική μου και των παιδιών μου;

Δεν είμαι οικονομολόγος για να ξέρω ποια θα μπορούσε να είναι μια καλή λύση στα οικονομικά πράγματα της χώρας μου και δεν είμαι ούτε φιλόλογος ώστε να μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια κι επιστημονική επάρκεια στις απορίες της κόρης μου στην “Ιλιάδα”, όμως με ευκολία θα θεωρήσω τον εαυτό μου αποτυχημένο, αν δεν φροντίσω αρκετά, ώστε να εξελιχθεί σ' έναν ελεύθερο άνθρωπο, που προκαλεί τις δυνατότητες του μυαλού και της ψυχής του μέσα στην καθημερινότητα και μέσα στα απλά πράγματα της ζωής.
Κι ίσως έτσι η δική της γενιά, αβέβαιη και σαστισμένη, μέσα απο μια παιδεία συρρικνωμένη, μίζερη κι ακόμα πιο φτωχή απ αυτήν της δικής μου γενιάς, να καταφέρει να σέβεται και να τιμά τον εαυτό της χωρίς ν' ασφυκτιά στο σωστό και το άριστο και να φτάνει να αισθάνεται τα όρια της ελευθερίας της, όχι μόνο κάθε τέσσερα χρόνια που θα ψηφίζει, αλλά κάθε στιγμή που ζει, καθώς θα μπορεί να συλλογιέται ό,τι της σερβίρουν, να αφουγκράζεται τους υποκριτές, να μην επαναπαύεται στο επίπλαστο, ν' αμφισβητεί τις νόρμες, να υποψιάζεται πως μια λύση που δεν βρίσκεται στην υπηρεσία της ζωής δεν μπορεί να είναι μια καλή λύση, να τολμά να κάνει λάθη.
Γιατί μ' αυτόν και μόνο μ' αυτόν τον τρόπο έχει ελπίδες, να μην νοιώσει κάποτε άδεια ή αδειασμένη.
Κι αφού επίσης δεν ξέρω να υπάρχει δημιουργία έξω απ το λάθος, θα επιμείνω πως μπορεί να υπάρχει νοηματική ενότητα, που να είναι οχι μια φράση αλλά ακόμα και μια μόνο λέξη.
Για παράδειγμα, τώρα, η λέξη γαμώτο.



Φρ. Παπαδοπούλου, 3/11/2011

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Μητέρα, Πατέρας...

Τραγουδώ μόνος
και σκέφτομαι τον πατέρα μου,
πώς έσκυβε πάνω μου,
άκουγε ενόσω μάθαινα,
“ναι έτσι είναι”, συνήθιζε να λέει
και μετά τραγουδούσε ένα απ αυτά
τα παλιά τραγούδια,
μου το τραγουδούσε
ως τις ίνες των μαλλιών μου
ως τους πόρους του δέρματός μου.

(Luci Tapahonso “τώρα τραγουδώ εγώ”)



Ο Φεβρουάριος διανθίζεται απο μιαν αμφιλεγόμενη για πολλούς γιορτή, τον άγιο Βαλεντίνο. Άν και πρόκειται για μια γιορτή-μη γιορτή, που άλλοτε ξεσηκώνει πομπώδεις συζητήσεις κι άλλοτε ειρωνικά σχόλια, προσωπικά πιστεύω οτι είναι ένας καλός συμβολισμός στο μεταίχμιο του Χειμώνα και της Άνοιξης και μια εξαιρετική αφορμή για ενθύμηση και τιμή, στη βασική ενόρμηση της ζωής για συνέχεια και ανάπτυξη. Κι ακόμα, σε μια χώρα τόσο ενοχική όσο η δική μας, αποτελεί ίσως μια μικρή ώθηση για απ-ενοχοποίηση και τρυφερό στοχασμό. Βεβαίως τις περισσότερες φορές εξαντλείται σε πλαστικές καρδούλες, ροζ αρκουδάκια και λίγα κόκκινα τριαντάφυλλα, κυρίως ανάμεσα στους εφήβους, όμως ακόμα κι έτσι είναι Κάτι μές στους ασπρόμαυρους καιρούς που έγκαιρα μας επέβαλαν τα ΜΜΕ, μια ανεπαίσθητη ρωγμή στη σοβαροφάνεια που πάντα συντηρούσε τις μέρες μας, μια ευκαιρία για χαμόγελο στην συχνά ανούσια και συνήθως κατηφή καθημερινότητά μας. Σε μια εποχή που το να χαίρεται κανείς, ισοδυναμεί περίπου με έγκλημα και βαθύτατη έλλειψη επίγνωσης των δυσκολιών της ζωής, το να μπει λίγο χρώμα στην πραγματικότητά μας, έστω και πρόσκαιρα, δεν μπορεί παρα να είναι σημαντικό. Και η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, ακόμα και με το εφαπτομενικό της άγγιγμα, τα καταφέρνει. Γιατί βέβαια, και στα μεγαλύτερα σκοτάδια των οικονομικών κρίσεων, οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να ερωτεύονται και να αναζητούν το ταιριαστό τους, όπως άλλωστε πάντα έγινε μέσα στους πολέμους και τις κατοχές. Άσχετα αν οι περισσότεροι πιστεύουμε, ή νομίζουμε οτι πιστεύουμε, πως χωρίς οικονομική ευμάρεια τίποτα δεν έχει νόημα, ο έρωτας θα συνεχίζει να βρίσκει τρόπους να επιβεβαιώνει τον ορισμό του ως βασική συνεκτική δύναμη του σύμπαντος κι οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να αναμετρώνται με το βασικό στοίχημα της ζωής για την προσωπική τους ευτυχία.
Απ αυτή την άποψη θα ήταν πρέπον, το άρθρο στον Φεβρουάριο, να είναι γύρω απ αυτό το θέμα.

Για κάποιο λόγο ωστόσο, νομίζω πως γι αυτό πρόκειται.
Γιατί πιστεύω πως το νόημα και η αξία των πραγμάτων, ξεκινά απ' τη περιοχή που εδράζονται.
“Χωρίς μητέρα, ο άντρας δεν μπορεί να πάει στη γυναίκα” λέει ο Hellinger και “χωρίς μητέρα, η γυναίκα δεν μπορεί να πάει στον άντρα”. Και εννοεί, χωρίς να έχει πάρει κανείς με πληρότητα μέσα του τους γονείς του.
Μα αυτό δεν είμαι αυτονόητο; Δεν είναι σίγουρο δηλαδή πως έτσι κι αλλιώς αυτό συμβαίνει;
Ιδανικά ναι, είναι αυτονόητο. Όμως συνήθως κάθε άλλο παρά συμβαίνει και γι αυτό, η τόση δυσκολία ανάμεσα στους συντρόφους και τις προσωπικές σχέσεις.

Στη Συστημική προσέγγιση του Bert Hellinger, αναγνωρίζονται βασικές αρχές να διέπουν τα οικογενειακά συστήματα, στις οποίες όπως σε κάθε σύστημα, βασίζεται η δομή και η καλή λειτουργία τους. Η για οποιοδήποτε λόγο και με οποιοδήποτε τρόπο, παραβίαση αυτών των αρχών, δημιουργεί α-ταξία και φέρνει δυσ-λειτουργία. Το αποτέλεσμα αυτής της αταξίας, είναι αυτό που λέμε “εμπλοκή”. Οι συνέπειες των εμπλοκών εκδηλώνονται στη ζωή μας σαν δυσκολίες σε έναν ή περισσότερους τομείς, συχνά άλυτες με τις συνήθεις ματιές και προσπάθειες. Η Συστημική Αναπαράσταση, έχοντας τη δυνατότητα να φέρει στο εδώ και τώρα τη γενεσιουργό στιγμή της εμπλοκής, καταφέρνει με απλές διορθωτικές κινήσεις μέσα απο ένα λιτό δρώμενο, να επανατοποθετήσει τα πράγματα σε μια νέα βάση κοντύτερα στην αλήθεια της ψυχής μας, επαναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις και τις συνδέσεις μέσα στο σύστημά μας. Μ' αυτή την έννοια, ο ίδιος ο Hellinger βγάζει τη μέθοδο απ τα στενά όρια της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής χαρακτηρίζοντας, αλλά και καθιστώντας την “βοήθεια ζωής” και αναφέρεται σ' αυτήν, ως “επιστήμη των σχέσεων”. Και αυτό, με βρίσκει σύμφωνη.

Ας φανταστούμε ανάμεσα σε μας και τη μητέρα μας, μια νοητή γραμμή. Να μας συνδέει μια νοητή γραμμή. Πώς είναι άραγε αυτή η γραμμή; Πρόκειται για μια έντονη ή μια αχνή γραμμή; Συνεχή ή διακεκομμένη;
Μ' αυτό τον συμβολισμό προσπαθώ να δώσω μια εικόμα της σύνδεσής μας με τη μητέρα. Πρόκειται για μια ενεργή σύνδεση, ένα σωλήνα ας πούμε, μέσα απ τον οποίο κινούνται όλα όσα μπορούν να κινηθούν. Σαν μέσα απ αυτόν να φτάνει σε μας ό,τι έρχεται απ τη μητέρα, κάθε πληροφορία και όλη η δημιουργική δύναμη και ορμή. Η ευλογία και η ζωή.
Ωστόσο τις περισσότερες φορές αυτή η γραμμή είναι διακεκομμένη. Αφού, απολύτως άσχετα απο της προθέσεις της μητέρας, διακοπές στη σχέση μας μαζί της, έχουμε λιγότερο ή περισσότερο, μάλλον όλοι. Κι αυτό, γιατί έχει μικρή ή και καθόλου σημασία πώς κρίνεται ένα ελάχιστο γεγονός απο την ενήλικη ματιά, παρα μόνο πώς μεταφράστηκε στον παιδικό ψυχισμό. Σημασία δηλαδή έχει πώς καταγράφεται και επιδρά ακόμα και το πιο ασήμαντο συμβάν, στην παιδική ψυχή. Κατα πάσα πιθανότητα, πρόκειται για τις χημικές αντιδράσεις που συντελούνται στον οργανισμό του ανάλογα με το συναίσθημά του. Σε μια ηλικία που βιώνει το σώμα του ως ένα με τη μητέρα, όπως ως τους πρώτους 18 μήνες, ή και αργότερα, όταν το να επιβιώσει εξαρτάται άμεσα και μόνο απο αυτήν, είναι φανερό πως οποιαδήποτε στάση και δράση της μητέρας, επιδρά ακαριαία μέσα του. Άλλωστε αυτός είναι ο κύριος λόγος που ολοκληρώνουμε τα νοητικά μας προγράμματα, περίπου ως τα πέντε μας χρόνια. Οι πεποιθήσεις δηλαδή και η βασική δομή της ιδιοσυγκρασίας μας, εδράζεται στην παιδική μας ηλικία. Και είναι γνωστό οτι διαπιστώθηκαν και προγεννητικά τραύματα, απο το πώς συσπώνται και μορφάζουν δηλαδή τα έμβρυα ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση της μητέρας. Γι αυτούς κι άλλους παρόμοιους λόγους, θα λέγαμε πως με κάποιο τρόπο, τα τραύματα της μητέρας σκαρφαλώνουν στην ψυχή του παιδιού. Έτσι το παιδί “αναλαμβάνει” πράγματα “για χάρη” της μητέρας. Και συχνά μέσα απ' αυτήν, αναλαμβάνει πράγματα και για άλλα μέλη του συστήματος. Όμως αυτή είναι η τάση του έτσι κι αλλιώς. Η μη συνειδητή τάση του. Απο πολύ νωρίς.
Μ' αυτόν τον τρόπο, ακόμα και μικρά γεγονότα, που σωστά δεν ενοχοποιούν κανέναν, δημιουργούν διακοπές στη σχέση μας μαζί της. Επιπλέον, είναι φορές που οι συνθήκες είναι περισσότερο βαριές και δύσκολες. Τότε οι “άσχημες” εικόνες πλημμυρίζουν το μέσα μας και αμβλύνουν τη συνδετική γραμμή. Ο φορέας αλλοιώνεται.
Ύστερα μεγαλώνουμε, κι αρχίζουμε να αξιολογούμε και να κρίνουμε τους γονείς μας. Έχουμε παράπονα, έχουμε κενά. Συχνά όχι άδικά. Η βασικός μας πόνος, απ ό,τι έχω παρατηρήσει, είναι αγκυλωμένος στη σκέψη πως οι γονείς δεν μας έδωσαν αυτό που μπορούσαν και είχαν να μας δώσουν. Είχαν και δεν μας το έδωσαν. Λίγο παραπάνω αγάπη, χάδι, συμπαράσταση, συναισθηματική στήριξη, κατανόηση, ουσιαστική παρουσία. Δεν είναι σπάνιο άλλωστε το γεγονός να βλέπουμε στις αναπαραστάσεις (εκεί όπου εκδηλώνονται οι κινήσεις της ψυχής), πως οι γονείς δεν “κοιτούν” τα παιδιά. Πράγμα που σημαίνει πως ένα κομμάτι της ψυχής τους, για τους δικούς της λόγους, στρέφεται παγωμένο σε μιαν άλλη κατεύθυνση και δεν τα “κοιτά”. Κι αυτά το ξέρουν, γιατί το νοιώθουν, χωρίς βέβαια να μπορούν να το επεξεργαστούν. Και γίνονται ανήσυχα ή δυστυχισμένα. Ακόμα κι αν στη πραγματικότητα οι γονείς είναι ενεργά παρόντες, αυτή η ιδιαίτερη “απουσία” γίνεται αισθητή και επιδρά. Παράλληλα, αισθανόμαστε ήδη μπερδεμένοι και βαρείς, γιατί κι όλας έχουμε αναλάβει βάρη που δεν είναι δικά μας, στην αθώα μας προσπάθεια να βοηθήσουμε ή να σώσουμε τους γονείς.

Εδώ μας διαφεύγει πάντα το γεγονός οτι κανείς κάθε στιγμή, δεν είναι τίποτα πιο πολύ και τίποτα πιο λίγο απ αυτό που μπορεί να είναι. Έτσι και οι γονείς μας, μας έδωσαν αυτό που ήταν, όχι αυτό που είχαν. Κοντολογίς νομίζω πως τη διαφορά στην εσωτερική μας αίσθηση, σε ό,τι αφορά το συνειδητό μας κομμάτι, μπορεί να την επιφέρει μόνο η αλλαγή στο ρήμα: είμαι ή έχω.
Στον λιγότερο συνειδητό εαυτό μας, συντελούνται σχεδόν σταθερά, άλλες δύο παραβιάσεις των βασικών αρχών: η ανάληψη πραγμάτων που δεν είναι δικά μας και η τάση μας να θέλουμε να βοηθήσουμε ή να σώσουμε τους γονείς. Αυτόματα αυτό μας βγάζει απο τη θέση μας ως παιδιά και μας τοποθετεί, άθελά μας, σε μια θέση ψηλότερα απ αυτούς, συχνά σε μια γονεϊκή θέση.
Τους γονείς μας, εξ ορισμού, είναι αδύνατο να τους “σώσουμε” και ήδη έχουμε μπει σε εμπλοκή, με επόμενη συνέπεια την εκδήλωση δυσκολιών στη ζωή μας ως ενήλικες. Μ' αυτή την έννοια άλλωστε, ίσως να μην υπήρξαμε ποτέ παιδιά. Με ό,τι σημαίνει αυτό για την ενήλικη ζωή μας.. Όμως το κάναμε με αμέτρητη αγάπη και αθωότητα.

Καθώς απ όλες τις γλώσσες πιο πολύ το ασυνείδητό μας καταλαβαίνει τη συμβολιστική, και καθώς η Συστημική Αναπαράσταση, πέρα απ τις επιγνώσεις που φέρνει στο φως και το άνοιγμα της αντιληπτικής μας ικανότητας, απευθύνεται κατ εξοχή σ' αυτό, οι εκφράσεις που συχνά χρησιμοποιπώ είναι παρμένες απ αυτόν τον τρόπο δουλειάς και όλο το φιλοσοφικό πλαίσιο που την συνοδεύει. Κατα τη γνώμη μου είναι μια γλώσσα συμβολιστική και ταυτόχρονα, απέραντα κυριολεκτική.
Στον κόσμο αυτόν λοιπόν, μας φέρνει η μητέρα μας. Στη ζωή, μας “πηγαίνει” ο πατέρας μας. Τον δρόμο όμως για τον πατέρα, τον ανοίγει μόνον η μητέρα. Το αν θα φτάσουμε πράγματι σ' αυτόν, το αν θα τον πάρουμε στην πληρότητά του μέσα μας, το αν θα τον δεχτούμε δηλαδή ακριβώς όπως είναι, εξαρτάται απο την ίδια.
Πώς επηρεάζει αυτή την μετάβαση; Με την εσωτερική της θέση.
Κάθε φορά που η ίδια απεύχεται να του μοιάσουμε, κάθε φορά που είναι θυμωμένη με την επιλογή της να τον κάνει πατέρα μας, κάθε φορά που η δική της απογοήτευση γι αυτόν ως γυναίκα, της δίνει την ψευδαίσθηση οτι θα μπορούσε να μας “προφυλάξει” απ αυτόν, μας εμποδίζει να πάμε προς αυτόν. Όσο λιγότερο τον σέβεται, τον θαυμάζει και τον εκτιμά, τόσο περισσότερο δύσβατος γίνεται ο δρόμος προς αυτόν.
Είναι αλήθεια όμως, πως τα παιδιά έχουν ανάγκη να “πάρουν” στην ψυχή τους και τους δύο γονείς. Κι όπως το τρεχούμενο νερό όταν συναντά εμπόδια στη φυσική του ροή βρίσκει πάντα διεξόδους για να συνεχίσει το δρόμο του, έτσι και τα παιδιά, στον α-συνειδητό τους εαυτό, θα βρουν τρόπο να τους πάρουν και τους δυο γονείς μέσα τους και να τους τιμήσουν. Συχνά με τρόπους ανορθόδοξους, που αντί να θεραπεύσουν, αρρωσταίνουν. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες, το κάνουν με ανάλαφρη συνείδηση και με μεγαλοπρέπεια. Γιατί κινούνται απο μιαν ιδιαίτερη ανάγκη για πληρότητα. Σε κάθε άλλη περίπτωση, πρόκειται για εσωτερική αναπηρία.
Γενικά, η σκέψη οτι μπορεί ο ένας γονιός να προφυλάξει το παιδί του απο τον άλλο, είναι εκ των πραγμάτων αστεία και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε προβλήματα.
Το κάνουμε όμως συχνά, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, λες και θα μπορούσε να συμβεί.
Και έτσι βάζουμε τα παιδιά μας σε δυσκολίες, που συχνά φαίνονται άλυτες ή μοιραίες, ενώ κατάγονται στην “αθώα” και οπωσδήποτε καλοπροαίρετη πρόθεση τους ενός γονιού, να αποτρέψει το παιδί του απ το να πάρει τα “κακά” του άλλου γονιού. Και μ' αυτές τις αθώες διαθέσεις μεγαλώσαμε κι οι ίδιοι ως παιδιά των δικών μας γονιών.
Οφείλω εδώ να σημειώσω, πως αυτή η τάση είναι κυρίως προτέρημα των γυναικών, καθώς συχνά εμείς οι γυναίκες νομίζουμε πως τα παιδιά μας είναι περισσότερο παιδιά μας απ ό,τι του πατέρα τους. Ελπίζω πως με τον καιρό, οι επόμενες γενιές που διαφαίνονται πιο φωτεινές, να το τακτοποιήσουν και αυτό στη συνείδηση, στην εσωτερική τους στάση και τη συμπεριφορά τους.

Τι άλλο μπορεί να ανακόψει την ευλογία των γονιών προς το παιδί, έτσι ώστε ως ενήλικας άνθρωπος να προχωρά γεμάτος και δυνατός προς τη δική του ζωή;
Η κριτική του. Το να κρίνω τη μητέρα μου ή τον πατέρα μου, είναι σχεδόν οξύμωρο. Γιατί στα οικογενειακά συστήματα ισχύει η βασική αρχή της ιεραρχίας: οι γονείς αναντίρρητα προηγούνται. Και οχι μόνον ήρθαν πρώτοι, αλλά μέσα απ αυτούς έφτασε σε μένα το μέγιστο δώρο: η ζωή.
Το μόνο δώρο που δεν μπορεί να ανταποδωθεί. Το να κρίνω τους γονείς μου, σημαίνει πως είμαι γεμάτος βαριές εικόνες κι ακόμα, πως είμαι μεγαλύτερός τους. Αυτονόητα τότε, η κίνησή μου προς αυτούς, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Γιατί προς τους γονείς μου, μπορώ να πάω μόνο ως παιδί.
Και η επιτυχία μου στη ζωή, ξεκινά αφού έχω φτάσει σ' αυτούς. Συχνά άλλωστε στον τρόπο που τους κρίνω, εκπροσωπώ τον πόνο ή τον θυμό, γενικά την κρίση του ενός γονιού στον άλλο. Τους καταλογίζω πολλά από αυτά που θα καταλόγιζε ο ένας στον άλλο.

Βεβαίως οι γονείς δεν υπήρξαν τέλειοι -για την ακρίβεια οι γονείς, ποτέ δεν είναι τέλειοι.
Μα πού αλλού παρά στην μη τελειότητά τους βασίζεται όλη η ανάπτυξη του κόσμου; Πώς αλλιώς ο καθένας απο μας θα είχε αναπτυχθεί σ' αυτήν την ξεχωριστή προσωπικότητα που είναι, σ' αυτό το μοναδικό απειροσύνολο, αν δεν είχε κερδίσει σε δύναμη απο τις μικρές ή μεγάλες δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες του οικογενειακού του συστήματος;
Δυσκολεύομαι να φανταστώ έναν κόσμο βγαλμένο απο τόρνο, με τον ίδιο τρόπο που δυσκολεύομαι να βρω ενδιαφέρουσες τις κατα όλα τα άλλα τέλειες και όμοιες μεταξύ τους, ντομάτες θερμοκηπίου..
Άλλωστε για το ουσιώδες, ήταν όλοι τέλειοι.
Γιατί επειδή ήταν ακριβώς όπως ήταν, μπόρεσαν και έγιναν οι γονείς μου.

Αγαναχτούμε οι γυναίκες για την απουσία αντρών, ικανών να αναλάβουν την ευθύνη του συναισθήματός τους και οι άντρες αγαναχτούν για την απουσία γυναικών ικανών να εμπιστευτούν την ειλικρινή τους θηλυκότητα. Μολονότι είναι ένα θέμα άξιο μεγάλης συζήτησης καθώς σ' αυτό συναντώνται πολλοί και διαφορετικοί προβληματισμοί της σύγχρονης κοινωνίας, μπαίνω στον πειρασμό να φέρω έναν, μπορεί κι απλοϊκό σε πρώτη ματιά, αφορισμό του Hellinger, γιατί κατα τη γνώμη μου, πρόκειται για την απαρχή -ή τελος πάντων μια απο τις απαρχές του ζητήματος:
Ένας άντρας είναι γοητευτικός για τις γυναίκες, μόνον όταν “στέκεται πλάι στον πατέρα του” και μια γυναίκα είναι γοητευτική για τους άντρες, μόνο όταν “στέκεται πλάι στη μητέρα της”.
Πράγμα που σημαίνει πως κατ αρχήν έχω αποκαταστήσει τη σύνδεσή μου μαζί τους, έχω γεμίσει τα κενά της, τους έχω πάρει μέσα μου όπως ακριβώς είναι και δεν έχω μαζί τους αντιπαλότητες. Έτσι “στέκομαι πλάι τους”..
Επιπλέον υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια: Όταν ο γιος είναι γύρω στα έξι (αλλά ποτέ δεν είναι αργά για μια τέτοια λαμπρή εσωτερική κίνηση τεράστιας ωφελιμότητας), η μητέρα οφείλει να τον βγάλει απο τη γοητεία της και να τον στείλει στον πατέρα του, για να βρεθεί στον κόσμο των αντρών. Κι αντίστοιχα ο πατέρας, την κόρη, για να πάει στον κόσμο των γυναικών.
Ουσιαστικά εμπιστεύεται την κόρη στη μητέρα της κι η μητέρα τον γιο, στον πατέρα του. Μόνον έτσι πετυχαίνεται η πλήρης σύνδεση με το αντίστοιχο φύλο, η ειρήνη με το ευρύτερο σύστημά του δηλαδή και έχει πρόσβαση στις πληροφορίες απ το συλλογικό τους χώρο.
Πώς μπορεί να συμβεί αυτό και τι είναι πιο δυνατό στο να το κάνει να συμβεί;
Κάτι εξαιρετικά ήσυχο κι απλό: η εσωτερική στάση του ενός γονιού στον άλλο. Ο θαυμασμός, η εκτίμηση και η αγάπη. Η βαθιά χαρά του, καθώς κοιτά το παιδί του, πως αυτό υπάρχει εξ αιτίας της μιας και μόνο μιας του απόφασης: η γυναίκα να επιλέξει αυτόν τον άντρα για πατέρα του γιου της, κι ο άντρας να επιλέξει αυτή τη γυναίκα για μητέρα της κόρης του. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αυτό το συγκεκριμένο παιδί, απλώς δεν θα υπήρχε.

Είναι αυτό το μοναδικό παιδί που θα μεγαλώσει και σαν άντρας θα αναζητήσει αυτό που του λείπει στη γυναίκα, και σαν γυναίκα θ' αναζητήσει αυτό που της λείπει, στον άντρα. Και είναι ο έρωτας που θα φροντίσει γι αυτό.
Εφ όσον βέβαια είμαστε στην ευθύνη μας ως άντρες και ως γυναίκες.
Το πρόβλημα είναι πως τις περισσότερες φορές, δεν είμαστε.
Γιατί πέρα απ όλες τις ελλείψεις, τα τραύματα, τις απωθήσεις και τα κενά μας, αυτό που βασικά αναζητούμε -και ενίοτε απαιτούμε, είναι μια αγάπη χωρίς όρους και όρια, επιμένοντας να παραμένουμε σε ό,τι συναντάμε, αθώοι. Πηγαίνουμε προς το σύντροφο, δηλαδή σε μια σχέση μεταξύ ενηλίκων, ως παιδιά.
Όμως αγάπη χωρις όρους και όρια, είναι μόνον η αγάπη του γονιού.
Η αγάπη ανάμεσα στους ενήλικες απαιτεί πάντα και συνεχώς κάτι του ενός προς τον άλλον.
Ένα αέναο τέμπο με δίνω-παίρνω. Αυτό εξασφαλίζει την ισορροπία στη σχέση.
Επιπλέον ως ενήλικες, ως άνθρωποι δηλαδή που αναλαμβάνουν το κομμάτι της ευθύνης που τους αναλογεί σε κάθε πράξη της ζωής, δεν γίνεται να αποφύγουμε ολότελα κάποιου είδους ενοχή.
Η αθωότητα άλλωστε, όπως λέει κι ο Hellinger, κοιτά πάντα τη μικρότερη αλήθεια...

Απ' αυτή την άποψη, όχι μόνο ο Φεβρουάριος αλλά όλοι οι μήνες κι όλα τα χρόνια που θα ΄ρθουν, δεν μπορεί, παρά να ξεδιπλώνουν τον χώρο προς την ενηλικίωση.
Σαν μια ανεξάντλητη ευκαιρία στο μακρύ μακρύ ταξίδι της γνώσης, της κατανόησης, της ωριμότητας, της συμφιλίωσης με τη φυλή και την ατομική μας προϊστορία, της δημιουργίας του εαυτού μας, της αλλαγής.
Γιατί μπορεί και να 'ναι αλήθεια πως η ζωή, δεν απαιτεί απο μας την τελειότητα, παρά μονάχα την ανάπτυξή μας.
Αφού μάλλον όλα είναι κίνηση...

Φρόσω Παπαδοπούλου,
frosopap85@gmail.com
www.sistimiki.gr

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Και οι δύο γονείς




Κάθε παιδί έχει δύο γονείς. Χρειάζεται πάντοτε και τους δύο γονείς. Σε ένα παιδί θα πρέπει να επιτρέπεται να αγαπά και τους δύο γονείς. Ένα παιδί δεν καταλαβαίνει γιατί χωρίζουν οι γονείς του. Τους έχει αγαπήσει και τους δυο το ίδιο. Αλλά μερικές φορές όταν οι γονείς χωρίζουν και το παιδί μένει με τη μητέρα, εξαρτιέται απο κάθε άποψη απο τη μητέρα του. Μερικές φορές φοβάται να δείξει οτι αγαπά και τον πατέρα του το ίδιο. Φοβάται οτι η μητέρα θα θυμώσει και οτι μαζί με τον πατέρα θα χάσει και τη μητέρα. Αλλά κρυφά συνεχίζει να αγαπά και τον πατέρα. Εάν ακούσει απο τη μητέρα οτι και η ίδια είχα αγαπήσει πολύ τον πατέρα της, τότε παίρνει και το παιδί την άδεια να δείξει στην μητέρα οτι αγαπά και αυτό τον πατέρα του. Έτσι το παιδί αισθάνεται ανακούφιση.*

Bert Hellinger “η ευτυχία που διαρκεί” εκδ. Κλωθω

*προσθέτω τώρα αυτό που δεν δείχνεται σ' αυτό το απόσπασμα αλλά είναι σύμφωνο με την φιλοσοφία αυτή και με την παρατήρηση:

Την ίδια ανακούφιση νοιώθει το παιδί αν ακούσει απο τη μητέρα του οτι η ήδια είχε αγαπήσει κάποτε πολύ (τουλάχιστον όταν το δημιουργούσε μαζί του) τον πατέρα του -και επιπλέον οτι, θα συνεχίσει να τον αγαπά πάντα ως πατέρα του.
Αυτή είναι μια σημαντικότατη επισήμανση που συχνά οι μητέρες δυσκολεύονται να την κάνουν, κυρίως γιατί είναι πληγωμένες ή θυμωμένες απο αυτόν τον άντρα ως γυναίκες.
Είναι δηλαδή χρήσιμη, ωφέλιμη και ίσως απαραίτητη, η προσπάθεια απο τη μεριά τους να διαχωρίσουν στην εσωτερική τους ματιά τον άντρα, ως σύζυγο και ως πατέρα.
Το ίδιο ακριβώς βέβαια ισχύει και για τους άντρες-πατέρες.
Γίνεται απλά περισσότερη αναφορά στις μητέρες, επειδή συνήθως τα παιδιά μένουν μαζί τους αλλά και γιατί οι ίδιες ως μητέρες, απο τη θέση τους και μόνον, έχουν μιαν ιδιαίτερη δύναμη απέναντι στα παιδιά τους.
Πολλές φορές είναι σαν να ασκείται μια αόρατη απαγόρευση -απλά και μόνο απο την εσωτερική τους θέση.
Αυτή η "απαγόρευση" έχει συχνά πολλαπλές συνέπειες και σε πολλούς διαφορετικούς τομείς, στη ζωή και στην υγεία των παιδιών.
Γιατί άλλωστε, τα παιδιά στην ψυχή τους τα ξέρουν όλα..

φρ,

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Τάξη και αταξία




Αυτή είναι η συστημική παιδαγωγική, μια εντελώς διαφορετική παιδαγωγική. Αυτό είναι το μυστικό της εργασίας εδώ. Είναι “Βοήθεια Ζωής”* μ' έναν ιδιαίτερο τρόπο. Εδώ βοηθώ τα παιδιά να βγουν απο μιαν εμπλοκή και τακτοποιπώ κάτι στο οικογενεικό τους σύστημα.

Η αταξία σε ένα σύστημα είναι πάντοτε η ίδια: αποκλείονται πρόσωπα που ανήκουν εκεί. Σε ένα σύστημα ανήκουν όλα τα θύματα των μελών αυτής της οικογένειας. Όταν κάποιος έχει συμμετάσχει στον θάνατο κάποιων, ίσως και μόνον με βαριά ενοχή, τότε αυτοί οι νεκροί ανήκουν επίσης στο σύστημα. Είναι παρόντες. Επιδρούν, εκδηλώνουν την παρουσία τους συχνά σε ένα παιδί. Έτσι, αυτό το παιδί κοιτάζει προς τα εκεί. Όμως αυτό δεν βοηθάει σε τίποτα, όταν οι άλλοι δεν κοιτάζουν προς τα εκεί. Εκείνοι που πρέπει να κοιτάξουν προς τα εκεί είναι εκείνοι, τους οποίους αφορά πραγματικά. Τότε μπαίνει σε τάξη η αταξία.

Τάξη σημαίνει πάντοτε να επιτρέψεις στον αποκλεισμένο να ξαναγίνει αποδεκτός. Αυτό έχω πάντοτε στο νου κατα την εργασία μου, τώρα και στο μέλλον. Είναι “Βοήθεια Ζωής” με έναν ολιστικό τρόπο. Ανοίγει τον ορίζοντα προς άλλες καταστάσεις, μέσα στις οποίες γίνεται συνέχεια πιο απλό να βοηθήσεις τα παιδιά και, φυσικά τους γονείς τους.

*”βοήθεια ζωής” είναι η ονομασία που δίνει ο Χέλλινγκερ στο έργο του (γερμ. Lebenshilfe)

Bert Hellinger "η ευτυχία που διαρκεί" εκδ. κλωθω