Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Μητέρα, Πατέρας...

Τραγουδώ μόνος
και σκέφτομαι τον πατέρα μου,
πώς έσκυβε πάνω μου,
άκουγε ενόσω μάθαινα,
“ναι έτσι είναι”, συνήθιζε να λέει
και μετά τραγουδούσε ένα απ αυτά
τα παλιά τραγούδια,
μου το τραγουδούσε
ως τις ίνες των μαλλιών μου
ως τους πόρους του δέρματός μου.

(Luci Tapahonso “τώρα τραγουδώ εγώ”)



Ο Φεβρουάριος διανθίζεται απο μιαν αμφιλεγόμενη για πολλούς γιορτή, τον άγιο Βαλεντίνο. Άν και πρόκειται για μια γιορτή-μη γιορτή, που άλλοτε ξεσηκώνει πομπώδεις συζητήσεις κι άλλοτε ειρωνικά σχόλια, προσωπικά πιστεύω οτι είναι ένας καλός συμβολισμός στο μεταίχμιο του Χειμώνα και της Άνοιξης και μια εξαιρετική αφορμή για ενθύμηση και τιμή, στη βασική ενόρμηση της ζωής για συνέχεια και ανάπτυξη. Κι ακόμα, σε μια χώρα τόσο ενοχική όσο η δική μας, αποτελεί ίσως μια μικρή ώθηση για απ-ενοχοποίηση και τρυφερό στοχασμό. Βεβαίως τις περισσότερες φορές εξαντλείται σε πλαστικές καρδούλες, ροζ αρκουδάκια και λίγα κόκκινα τριαντάφυλλα, κυρίως ανάμεσα στους εφήβους, όμως ακόμα κι έτσι είναι Κάτι μές στους ασπρόμαυρους καιρούς που έγκαιρα μας επέβαλαν τα ΜΜΕ, μια ανεπαίσθητη ρωγμή στη σοβαροφάνεια που πάντα συντηρούσε τις μέρες μας, μια ευκαιρία για χαμόγελο στην συχνά ανούσια και συνήθως κατηφή καθημερινότητά μας. Σε μια εποχή που το να χαίρεται κανείς, ισοδυναμεί περίπου με έγκλημα και βαθύτατη έλλειψη επίγνωσης των δυσκολιών της ζωής, το να μπει λίγο χρώμα στην πραγματικότητά μας, έστω και πρόσκαιρα, δεν μπορεί παρα να είναι σημαντικό. Και η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, ακόμα και με το εφαπτομενικό της άγγιγμα, τα καταφέρνει. Γιατί βέβαια, και στα μεγαλύτερα σκοτάδια των οικονομικών κρίσεων, οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να ερωτεύονται και να αναζητούν το ταιριαστό τους, όπως άλλωστε πάντα έγινε μέσα στους πολέμους και τις κατοχές. Άσχετα αν οι περισσότεροι πιστεύουμε, ή νομίζουμε οτι πιστεύουμε, πως χωρίς οικονομική ευμάρεια τίποτα δεν έχει νόημα, ο έρωτας θα συνεχίζει να βρίσκει τρόπους να επιβεβαιώνει τον ορισμό του ως βασική συνεκτική δύναμη του σύμπαντος κι οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να αναμετρώνται με το βασικό στοίχημα της ζωής για την προσωπική τους ευτυχία.
Απ αυτή την άποψη θα ήταν πρέπον, το άρθρο στον Φεβρουάριο, να είναι γύρω απ αυτό το θέμα.

Για κάποιο λόγο ωστόσο, νομίζω πως γι αυτό πρόκειται.
Γιατί πιστεύω πως το νόημα και η αξία των πραγμάτων, ξεκινά απ' τη περιοχή που εδράζονται.
“Χωρίς μητέρα, ο άντρας δεν μπορεί να πάει στη γυναίκα” λέει ο Hellinger και “χωρίς μητέρα, η γυναίκα δεν μπορεί να πάει στον άντρα”. Και εννοεί, χωρίς να έχει πάρει κανείς με πληρότητα μέσα του τους γονείς του.
Μα αυτό δεν είμαι αυτονόητο; Δεν είναι σίγουρο δηλαδή πως έτσι κι αλλιώς αυτό συμβαίνει;
Ιδανικά ναι, είναι αυτονόητο. Όμως συνήθως κάθε άλλο παρά συμβαίνει και γι αυτό, η τόση δυσκολία ανάμεσα στους συντρόφους και τις προσωπικές σχέσεις.

Στη Συστημική προσέγγιση του Bert Hellinger, αναγνωρίζονται βασικές αρχές να διέπουν τα οικογενειακά συστήματα, στις οποίες όπως σε κάθε σύστημα, βασίζεται η δομή και η καλή λειτουργία τους. Η για οποιοδήποτε λόγο και με οποιοδήποτε τρόπο, παραβίαση αυτών των αρχών, δημιουργεί α-ταξία και φέρνει δυσ-λειτουργία. Το αποτέλεσμα αυτής της αταξίας, είναι αυτό που λέμε “εμπλοκή”. Οι συνέπειες των εμπλοκών εκδηλώνονται στη ζωή μας σαν δυσκολίες σε έναν ή περισσότερους τομείς, συχνά άλυτες με τις συνήθεις ματιές και προσπάθειες. Η Συστημική Αναπαράσταση, έχοντας τη δυνατότητα να φέρει στο εδώ και τώρα τη γενεσιουργό στιγμή της εμπλοκής, καταφέρνει με απλές διορθωτικές κινήσεις μέσα απο ένα λιτό δρώμενο, να επανατοποθετήσει τα πράγματα σε μια νέα βάση κοντύτερα στην αλήθεια της ψυχής μας, επαναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις και τις συνδέσεις μέσα στο σύστημά μας. Μ' αυτή την έννοια, ο ίδιος ο Hellinger βγάζει τη μέθοδο απ τα στενά όρια της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής χαρακτηρίζοντας, αλλά και καθιστώντας την “βοήθεια ζωής” και αναφέρεται σ' αυτήν, ως “επιστήμη των σχέσεων”. Και αυτό, με βρίσκει σύμφωνη.

Ας φανταστούμε ανάμεσα σε μας και τη μητέρα μας, μια νοητή γραμμή. Να μας συνδέει μια νοητή γραμμή. Πώς είναι άραγε αυτή η γραμμή; Πρόκειται για μια έντονη ή μια αχνή γραμμή; Συνεχή ή διακεκομμένη;
Μ' αυτό τον συμβολισμό προσπαθώ να δώσω μια εικόμα της σύνδεσής μας με τη μητέρα. Πρόκειται για μια ενεργή σύνδεση, ένα σωλήνα ας πούμε, μέσα απ τον οποίο κινούνται όλα όσα μπορούν να κινηθούν. Σαν μέσα απ αυτόν να φτάνει σε μας ό,τι έρχεται απ τη μητέρα, κάθε πληροφορία και όλη η δημιουργική δύναμη και ορμή. Η ευλογία και η ζωή.
Ωστόσο τις περισσότερες φορές αυτή η γραμμή είναι διακεκομμένη. Αφού, απολύτως άσχετα απο της προθέσεις της μητέρας, διακοπές στη σχέση μας μαζί της, έχουμε λιγότερο ή περισσότερο, μάλλον όλοι. Κι αυτό, γιατί έχει μικρή ή και καθόλου σημασία πώς κρίνεται ένα ελάχιστο γεγονός απο την ενήλικη ματιά, παρα μόνο πώς μεταφράστηκε στον παιδικό ψυχισμό. Σημασία δηλαδή έχει πώς καταγράφεται και επιδρά ακόμα και το πιο ασήμαντο συμβάν, στην παιδική ψυχή. Κατα πάσα πιθανότητα, πρόκειται για τις χημικές αντιδράσεις που συντελούνται στον οργανισμό του ανάλογα με το συναίσθημά του. Σε μια ηλικία που βιώνει το σώμα του ως ένα με τη μητέρα, όπως ως τους πρώτους 18 μήνες, ή και αργότερα, όταν το να επιβιώσει εξαρτάται άμεσα και μόνο απο αυτήν, είναι φανερό πως οποιαδήποτε στάση και δράση της μητέρας, επιδρά ακαριαία μέσα του. Άλλωστε αυτός είναι ο κύριος λόγος που ολοκληρώνουμε τα νοητικά μας προγράμματα, περίπου ως τα πέντε μας χρόνια. Οι πεποιθήσεις δηλαδή και η βασική δομή της ιδιοσυγκρασίας μας, εδράζεται στην παιδική μας ηλικία. Και είναι γνωστό οτι διαπιστώθηκαν και προγεννητικά τραύματα, απο το πώς συσπώνται και μορφάζουν δηλαδή τα έμβρυα ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση της μητέρας. Γι αυτούς κι άλλους παρόμοιους λόγους, θα λέγαμε πως με κάποιο τρόπο, τα τραύματα της μητέρας σκαρφαλώνουν στην ψυχή του παιδιού. Έτσι το παιδί “αναλαμβάνει” πράγματα “για χάρη” της μητέρας. Και συχνά μέσα απ' αυτήν, αναλαμβάνει πράγματα και για άλλα μέλη του συστήματος. Όμως αυτή είναι η τάση του έτσι κι αλλιώς. Η μη συνειδητή τάση του. Απο πολύ νωρίς.
Μ' αυτόν τον τρόπο, ακόμα και μικρά γεγονότα, που σωστά δεν ενοχοποιούν κανέναν, δημιουργούν διακοπές στη σχέση μας μαζί της. Επιπλέον, είναι φορές που οι συνθήκες είναι περισσότερο βαριές και δύσκολες. Τότε οι “άσχημες” εικόνες πλημμυρίζουν το μέσα μας και αμβλύνουν τη συνδετική γραμμή. Ο φορέας αλλοιώνεται.
Ύστερα μεγαλώνουμε, κι αρχίζουμε να αξιολογούμε και να κρίνουμε τους γονείς μας. Έχουμε παράπονα, έχουμε κενά. Συχνά όχι άδικά. Η βασικός μας πόνος, απ ό,τι έχω παρατηρήσει, είναι αγκυλωμένος στη σκέψη πως οι γονείς δεν μας έδωσαν αυτό που μπορούσαν και είχαν να μας δώσουν. Είχαν και δεν μας το έδωσαν. Λίγο παραπάνω αγάπη, χάδι, συμπαράσταση, συναισθηματική στήριξη, κατανόηση, ουσιαστική παρουσία. Δεν είναι σπάνιο άλλωστε το γεγονός να βλέπουμε στις αναπαραστάσεις (εκεί όπου εκδηλώνονται οι κινήσεις της ψυχής), πως οι γονείς δεν “κοιτούν” τα παιδιά. Πράγμα που σημαίνει πως ένα κομμάτι της ψυχής τους, για τους δικούς της λόγους, στρέφεται παγωμένο σε μιαν άλλη κατεύθυνση και δεν τα “κοιτά”. Κι αυτά το ξέρουν, γιατί το νοιώθουν, χωρίς βέβαια να μπορούν να το επεξεργαστούν. Και γίνονται ανήσυχα ή δυστυχισμένα. Ακόμα κι αν στη πραγματικότητα οι γονείς είναι ενεργά παρόντες, αυτή η ιδιαίτερη “απουσία” γίνεται αισθητή και επιδρά. Παράλληλα, αισθανόμαστε ήδη μπερδεμένοι και βαρείς, γιατί κι όλας έχουμε αναλάβει βάρη που δεν είναι δικά μας, στην αθώα μας προσπάθεια να βοηθήσουμε ή να σώσουμε τους γονείς.

Εδώ μας διαφεύγει πάντα το γεγονός οτι κανείς κάθε στιγμή, δεν είναι τίποτα πιο πολύ και τίποτα πιο λίγο απ αυτό που μπορεί να είναι. Έτσι και οι γονείς μας, μας έδωσαν αυτό που ήταν, όχι αυτό που είχαν. Κοντολογίς νομίζω πως τη διαφορά στην εσωτερική μας αίσθηση, σε ό,τι αφορά το συνειδητό μας κομμάτι, μπορεί να την επιφέρει μόνο η αλλαγή στο ρήμα: είμαι ή έχω.
Στον λιγότερο συνειδητό εαυτό μας, συντελούνται σχεδόν σταθερά, άλλες δύο παραβιάσεις των βασικών αρχών: η ανάληψη πραγμάτων που δεν είναι δικά μας και η τάση μας να θέλουμε να βοηθήσουμε ή να σώσουμε τους γονείς. Αυτόματα αυτό μας βγάζει απο τη θέση μας ως παιδιά και μας τοποθετεί, άθελά μας, σε μια θέση ψηλότερα απ αυτούς, συχνά σε μια γονεϊκή θέση.
Τους γονείς μας, εξ ορισμού, είναι αδύνατο να τους “σώσουμε” και ήδη έχουμε μπει σε εμπλοκή, με επόμενη συνέπεια την εκδήλωση δυσκολιών στη ζωή μας ως ενήλικες. Μ' αυτή την έννοια άλλωστε, ίσως να μην υπήρξαμε ποτέ παιδιά. Με ό,τι σημαίνει αυτό για την ενήλικη ζωή μας.. Όμως το κάναμε με αμέτρητη αγάπη και αθωότητα.

Καθώς απ όλες τις γλώσσες πιο πολύ το ασυνείδητό μας καταλαβαίνει τη συμβολιστική, και καθώς η Συστημική Αναπαράσταση, πέρα απ τις επιγνώσεις που φέρνει στο φως και το άνοιγμα της αντιληπτικής μας ικανότητας, απευθύνεται κατ εξοχή σ' αυτό, οι εκφράσεις που συχνά χρησιμοποιπώ είναι παρμένες απ αυτόν τον τρόπο δουλειάς και όλο το φιλοσοφικό πλαίσιο που την συνοδεύει. Κατα τη γνώμη μου είναι μια γλώσσα συμβολιστική και ταυτόχρονα, απέραντα κυριολεκτική.
Στον κόσμο αυτόν λοιπόν, μας φέρνει η μητέρα μας. Στη ζωή, μας “πηγαίνει” ο πατέρας μας. Τον δρόμο όμως για τον πατέρα, τον ανοίγει μόνον η μητέρα. Το αν θα φτάσουμε πράγματι σ' αυτόν, το αν θα τον πάρουμε στην πληρότητά του μέσα μας, το αν θα τον δεχτούμε δηλαδή ακριβώς όπως είναι, εξαρτάται απο την ίδια.
Πώς επηρεάζει αυτή την μετάβαση; Με την εσωτερική της θέση.
Κάθε φορά που η ίδια απεύχεται να του μοιάσουμε, κάθε φορά που είναι θυμωμένη με την επιλογή της να τον κάνει πατέρα μας, κάθε φορά που η δική της απογοήτευση γι αυτόν ως γυναίκα, της δίνει την ψευδαίσθηση οτι θα μπορούσε να μας “προφυλάξει” απ αυτόν, μας εμποδίζει να πάμε προς αυτόν. Όσο λιγότερο τον σέβεται, τον θαυμάζει και τον εκτιμά, τόσο περισσότερο δύσβατος γίνεται ο δρόμος προς αυτόν.
Είναι αλήθεια όμως, πως τα παιδιά έχουν ανάγκη να “πάρουν” στην ψυχή τους και τους δύο γονείς. Κι όπως το τρεχούμενο νερό όταν συναντά εμπόδια στη φυσική του ροή βρίσκει πάντα διεξόδους για να συνεχίσει το δρόμο του, έτσι και τα παιδιά, στον α-συνειδητό τους εαυτό, θα βρουν τρόπο να τους πάρουν και τους δυο γονείς μέσα τους και να τους τιμήσουν. Συχνά με τρόπους ανορθόδοξους, που αντί να θεραπεύσουν, αρρωσταίνουν. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες, το κάνουν με ανάλαφρη συνείδηση και με μεγαλοπρέπεια. Γιατί κινούνται απο μιαν ιδιαίτερη ανάγκη για πληρότητα. Σε κάθε άλλη περίπτωση, πρόκειται για εσωτερική αναπηρία.
Γενικά, η σκέψη οτι μπορεί ο ένας γονιός να προφυλάξει το παιδί του απο τον άλλο, είναι εκ των πραγμάτων αστεία και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε προβλήματα.
Το κάνουμε όμως συχνά, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, λες και θα μπορούσε να συμβεί.
Και έτσι βάζουμε τα παιδιά μας σε δυσκολίες, που συχνά φαίνονται άλυτες ή μοιραίες, ενώ κατάγονται στην “αθώα” και οπωσδήποτε καλοπροαίρετη πρόθεση τους ενός γονιού, να αποτρέψει το παιδί του απ το να πάρει τα “κακά” του άλλου γονιού. Και μ' αυτές τις αθώες διαθέσεις μεγαλώσαμε κι οι ίδιοι ως παιδιά των δικών μας γονιών.
Οφείλω εδώ να σημειώσω, πως αυτή η τάση είναι κυρίως προτέρημα των γυναικών, καθώς συχνά εμείς οι γυναίκες νομίζουμε πως τα παιδιά μας είναι περισσότερο παιδιά μας απ ό,τι του πατέρα τους. Ελπίζω πως με τον καιρό, οι επόμενες γενιές που διαφαίνονται πιο φωτεινές, να το τακτοποιήσουν και αυτό στη συνείδηση, στην εσωτερική τους στάση και τη συμπεριφορά τους.

Τι άλλο μπορεί να ανακόψει την ευλογία των γονιών προς το παιδί, έτσι ώστε ως ενήλικας άνθρωπος να προχωρά γεμάτος και δυνατός προς τη δική του ζωή;
Η κριτική του. Το να κρίνω τη μητέρα μου ή τον πατέρα μου, είναι σχεδόν οξύμωρο. Γιατί στα οικογενειακά συστήματα ισχύει η βασική αρχή της ιεραρχίας: οι γονείς αναντίρρητα προηγούνται. Και οχι μόνον ήρθαν πρώτοι, αλλά μέσα απ αυτούς έφτασε σε μένα το μέγιστο δώρο: η ζωή.
Το μόνο δώρο που δεν μπορεί να ανταποδωθεί. Το να κρίνω τους γονείς μου, σημαίνει πως είμαι γεμάτος βαριές εικόνες κι ακόμα, πως είμαι μεγαλύτερός τους. Αυτονόητα τότε, η κίνησή μου προς αυτούς, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Γιατί προς τους γονείς μου, μπορώ να πάω μόνο ως παιδί.
Και η επιτυχία μου στη ζωή, ξεκινά αφού έχω φτάσει σ' αυτούς. Συχνά άλλωστε στον τρόπο που τους κρίνω, εκπροσωπώ τον πόνο ή τον θυμό, γενικά την κρίση του ενός γονιού στον άλλο. Τους καταλογίζω πολλά από αυτά που θα καταλόγιζε ο ένας στον άλλο.

Βεβαίως οι γονείς δεν υπήρξαν τέλειοι -για την ακρίβεια οι γονείς, ποτέ δεν είναι τέλειοι.
Μα πού αλλού παρά στην μη τελειότητά τους βασίζεται όλη η ανάπτυξη του κόσμου; Πώς αλλιώς ο καθένας απο μας θα είχε αναπτυχθεί σ' αυτήν την ξεχωριστή προσωπικότητα που είναι, σ' αυτό το μοναδικό απειροσύνολο, αν δεν είχε κερδίσει σε δύναμη απο τις μικρές ή μεγάλες δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες του οικογενειακού του συστήματος;
Δυσκολεύομαι να φανταστώ έναν κόσμο βγαλμένο απο τόρνο, με τον ίδιο τρόπο που δυσκολεύομαι να βρω ενδιαφέρουσες τις κατα όλα τα άλλα τέλειες και όμοιες μεταξύ τους, ντομάτες θερμοκηπίου..
Άλλωστε για το ουσιώδες, ήταν όλοι τέλειοι.
Γιατί επειδή ήταν ακριβώς όπως ήταν, μπόρεσαν και έγιναν οι γονείς μου.

Αγαναχτούμε οι γυναίκες για την απουσία αντρών, ικανών να αναλάβουν την ευθύνη του συναισθήματός τους και οι άντρες αγαναχτούν για την απουσία γυναικών ικανών να εμπιστευτούν την ειλικρινή τους θηλυκότητα. Μολονότι είναι ένα θέμα άξιο μεγάλης συζήτησης καθώς σ' αυτό συναντώνται πολλοί και διαφορετικοί προβληματισμοί της σύγχρονης κοινωνίας, μπαίνω στον πειρασμό να φέρω έναν, μπορεί κι απλοϊκό σε πρώτη ματιά, αφορισμό του Hellinger, γιατί κατα τη γνώμη μου, πρόκειται για την απαρχή -ή τελος πάντων μια απο τις απαρχές του ζητήματος:
Ένας άντρας είναι γοητευτικός για τις γυναίκες, μόνον όταν “στέκεται πλάι στον πατέρα του” και μια γυναίκα είναι γοητευτική για τους άντρες, μόνο όταν “στέκεται πλάι στη μητέρα της”.
Πράγμα που σημαίνει πως κατ αρχήν έχω αποκαταστήσει τη σύνδεσή μου μαζί τους, έχω γεμίσει τα κενά της, τους έχω πάρει μέσα μου όπως ακριβώς είναι και δεν έχω μαζί τους αντιπαλότητες. Έτσι “στέκομαι πλάι τους”..
Επιπλέον υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια: Όταν ο γιος είναι γύρω στα έξι (αλλά ποτέ δεν είναι αργά για μια τέτοια λαμπρή εσωτερική κίνηση τεράστιας ωφελιμότητας), η μητέρα οφείλει να τον βγάλει απο τη γοητεία της και να τον στείλει στον πατέρα του, για να βρεθεί στον κόσμο των αντρών. Κι αντίστοιχα ο πατέρας, την κόρη, για να πάει στον κόσμο των γυναικών.
Ουσιαστικά εμπιστεύεται την κόρη στη μητέρα της κι η μητέρα τον γιο, στον πατέρα του. Μόνον έτσι πετυχαίνεται η πλήρης σύνδεση με το αντίστοιχο φύλο, η ειρήνη με το ευρύτερο σύστημά του δηλαδή και έχει πρόσβαση στις πληροφορίες απ το συλλογικό τους χώρο.
Πώς μπορεί να συμβεί αυτό και τι είναι πιο δυνατό στο να το κάνει να συμβεί;
Κάτι εξαιρετικά ήσυχο κι απλό: η εσωτερική στάση του ενός γονιού στον άλλο. Ο θαυμασμός, η εκτίμηση και η αγάπη. Η βαθιά χαρά του, καθώς κοιτά το παιδί του, πως αυτό υπάρχει εξ αιτίας της μιας και μόνο μιας του απόφασης: η γυναίκα να επιλέξει αυτόν τον άντρα για πατέρα του γιου της, κι ο άντρας να επιλέξει αυτή τη γυναίκα για μητέρα της κόρης του. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αυτό το συγκεκριμένο παιδί, απλώς δεν θα υπήρχε.

Είναι αυτό το μοναδικό παιδί που θα μεγαλώσει και σαν άντρας θα αναζητήσει αυτό που του λείπει στη γυναίκα, και σαν γυναίκα θ' αναζητήσει αυτό που της λείπει, στον άντρα. Και είναι ο έρωτας που θα φροντίσει γι αυτό.
Εφ όσον βέβαια είμαστε στην ευθύνη μας ως άντρες και ως γυναίκες.
Το πρόβλημα είναι πως τις περισσότερες φορές, δεν είμαστε.
Γιατί πέρα απ όλες τις ελλείψεις, τα τραύματα, τις απωθήσεις και τα κενά μας, αυτό που βασικά αναζητούμε -και ενίοτε απαιτούμε, είναι μια αγάπη χωρίς όρους και όρια, επιμένοντας να παραμένουμε σε ό,τι συναντάμε, αθώοι. Πηγαίνουμε προς το σύντροφο, δηλαδή σε μια σχέση μεταξύ ενηλίκων, ως παιδιά.
Όμως αγάπη χωρις όρους και όρια, είναι μόνον η αγάπη του γονιού.
Η αγάπη ανάμεσα στους ενήλικες απαιτεί πάντα και συνεχώς κάτι του ενός προς τον άλλον.
Ένα αέναο τέμπο με δίνω-παίρνω. Αυτό εξασφαλίζει την ισορροπία στη σχέση.
Επιπλέον ως ενήλικες, ως άνθρωποι δηλαδή που αναλαμβάνουν το κομμάτι της ευθύνης που τους αναλογεί σε κάθε πράξη της ζωής, δεν γίνεται να αποφύγουμε ολότελα κάποιου είδους ενοχή.
Η αθωότητα άλλωστε, όπως λέει κι ο Hellinger, κοιτά πάντα τη μικρότερη αλήθεια...

Απ' αυτή την άποψη, όχι μόνο ο Φεβρουάριος αλλά όλοι οι μήνες κι όλα τα χρόνια που θα ΄ρθουν, δεν μπορεί, παρά να ξεδιπλώνουν τον χώρο προς την ενηλικίωση.
Σαν μια ανεξάντλητη ευκαιρία στο μακρύ μακρύ ταξίδι της γνώσης, της κατανόησης, της ωριμότητας, της συμφιλίωσης με τη φυλή και την ατομική μας προϊστορία, της δημιουργίας του εαυτού μας, της αλλαγής.
Γιατί μπορεί και να 'ναι αλήθεια πως η ζωή, δεν απαιτεί απο μας την τελειότητα, παρά μονάχα την ανάπτυξή μας.
Αφού μάλλον όλα είναι κίνηση...

Φρόσω Παπαδοπούλου,
frosopap85@gmail.com
www.sistimiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου